Μόλις τον Φεβρουάριο του 2013, η έκρηξη μίας διαστημικής βολίδας πάνω από την Ρωσία απελευθέρωσε τουλάχιστον 20 φορές περισσότερη ενέργεια απ’ αυτήν που απελευθέρωσε η ατομική βόμβα στην Χιροσίμα, υπενθυμίζοντάς μας ότι η συντριβή μεγάλων αστεροειδών στην επιφάνεια της Γης, παρόλο που είναι εξαιρετικά σπάνια, είναι κάτι που συνέβη στο παρελθόν και θα επαναληφθεί στο μέλλον.

Όπως, εξάλλου, έδειξε και η συντριβή του κομήτη Shoemaker-Levy στον Δία τον Ιούλιο του 1994, ο βομβαρδισμός των πλανητών του Ηλιακού Συστήματος από παρόμοιους διαστημικούς εισβολείς δεν είναι κάτι που συνέβαινε μόνο κατά την πρώτη περίοδο της εξέλιξής του, αλλά που με εμφανώς λιγότερη σφοδρότητα μπορεί να συνεχίζεται και σήμερα.

Πραγματικά, είναι γεγονός ότι το Ηλιακό Σύστημα διανύει μια μεγάλη περίοδο ηρεμίας, που ουδεμία σχέση έχει με τη βιαιότητα του αρχέγονου παρελθόντος του.

Κατά την πρώτη περίοδο της εξέλιξής του, για παράδειγμα, η αποσταθεροποίηση του πρώιμου Ηλιακού Συστήματος, που θα πρέπει να συνέβη εξαιτίας της «μετανάστευσης» των αέριων πλανητών σε μεγαλύτερες αποστάσεις από τον Ήλιο, μετέβαλε τις τροχιές αναρίθμητων διαστημικών συντριμμιών, εκτινάσσοντάς τα προς το εσωτερικό του.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε τον κατακλυσμιαίο βομβαρδισμό των εσωτερικών πλανητών του Ηλιακού συστήματος από μικρά και μεγάλα διαστημικά βλήματα, ο οποίος υπολογίζεται ότι σταμάτησε πριν από περίπου 3,8 δισ. χρόνια.

Τα ίχνη αυτού του Ύστερου Μεγάλου Βομβαρδισμού, όπως ονομάζεται, είναι ακόμη και σήμερα ορατά στη Σελήνη και στον Ερμή, η επιφάνεια των οποίων καλύπτεται από αναρίθμητους μικρούς και μεγάλους κρατήρες.

Στη Σελήνη, ειδικότερα, έναν εντελώς άνυδρο και γεωλογικά «νεκρό» κόσμο, έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 300.000 κρατήρες, με μέγεθος ίσο ή και μεγαλύτερο απ’ αυτό του κρατήρα Barringer.

Ο κρατήρας αυτός βρίσκεται στην Αριζόνα, έχει διάμετρο 1,2 km και δημιουργήθηκε από την πτώση ενός μετεωρίτη πριν από μόλις 50.000 χρόνια, που εξαέρωσε τα πάντα στο σημείο της πρόσκρουσης και μετατόπισε 175 εκατ. τόνους επιφανειακών πετρωμάτων.

Το κρουστικό κύμα που δημιουργήθηκε, προκάλεσε ανέμους με ταχύτητες μεγαλύτερες των 1.000 km/h σε ακτίνα 3-5 km από το σημείο της πρόσκρουσης, ενώ σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, η χλωρίδα της περιοχής ισοπεδώθηκε σε μια επιφάνεια 800–1.500 km2. Πολύ πιο πρόσφατα, στις 30 Ιουνίου 1908, ένα ουράνιο αντικείμενο εξερράγη σε ύψος 6-10 km πάνω από την τούνδρα της Σιβηρίας, ισοπεδώνοντας περισσότερα από 2.000 km2 δάσους.

Στον πλανήτη μας, όμως, έχουν εντοπιστεί πολύ μεγαλύτερης ηλικίας και πραγματικά τεράστιοι κρατήρες πρόσκρουσης, όπως ο κρατήρας Sudbury στον Καναδά και ο κρατήρας Vredefort στη Νότιο Αφρική. Οι κρατήρες αυτοί σχηματίστηκαν πριν από περίπου 2 δισ. έτη, ενώ εκτιμάται ότι η αρχική τους διάμετρος έφτανε τα 250 και 300 km αντιστοίχως. Συνολικά έχουν εντοπιστεί περίπου 185 μικροί και μεγάλοι κρατήρες πρόσκρουσης σπαρμένοι σε όλη την υφήλιο, αριθμός που είναι κατά πολύ μικρότερος απ’ αυτόν που καλύπτει την επιφάνεια της Σελήνης.

Είναι δυνατό να «γλίτωσε» με κάποιον τρόπο ο πλανήτης μας τις συνέπειες του Ύστερου Μεγάλου Βομβαρδισμού; Η απάντηση είναι αρνητική. Έχει υπολογιστεί, για παράδειγμα, ότι οι αστεροειδείς και οι κομήτες που συνετρίβησαν στην επιφάνειά του πρέπει να ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι απ’ αυτούς που έπεσαν στη Σελήνη, δηλαδή περισσότεροι από 3 εκατομμύρια κρατήρες πρόσκρουσης, με διάμετρο 1 km ή και μεγαλύτερη!

Η αέναη, όμως, διάβρωση των επιφανειακών πετρωμάτων από τα στοιχεία της Φύσης και η ασταμάτητη τεκτονική δραστηριότητα που αναμορφώνει συνεχώς την επιφάνεια της Γης, μέσα από τη μετατόπιση των τεκτονικών πλακών και τις ηφαιστειακές εκρήξεις, απάλειψαν τα προγενέστερα χαρακτηριστικά της και οι «ουλές» που προκλήθηκαν από την πτώση των διαστημικών εισβολέων «έσβησαν» με το πέρασμα του γεωλογικού χρόνου. Πόσο πιθανό είναι να χτυπηθεί ο πλανήτης μας από έναν τέτοιο διαστημικό εισβολέα στο μέλλον;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συχνότητα της σύγκρουσης ενός αστεροειδούς με τη Γη είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους του. Διαστημικές βολίδες με διάμετρο 50 m εισέρχονται στη γήινη ατμόσφαιρα με συχνότητα που συνήθως δεν υπερβαίνει τη μία φορά κάθε λίγες εκατοντάδες έως λίγες χιλιάδες χρόνια.

Από την άλλη, αστεροειδείς με διάμετρο 1 km βομβαρδίζουν κατά μέσο όρο τον πλανήτη μας κάθε 500.000 χρόνια, ενώ αστεροειδείς διαμέτρου 5 km κάθε 10 εκατομμύρια χρόνια.

Η τελευταία γνωστή πρόσκρουση αστεροειδούς με μέγεθος 10 km ήταν εκείνη την οποία επικαλούνται πολλοί επιστήμονες, προκείμενου να εξηγήσουν τη μαζική εξαφάνιση των δεινοσαύρων που παρατηρήθηκε στα όρια μεταξύ της Κρητιδικής και της Τριτογενούς περιόδου.

Οι προσκρούσεις αστεροειδών στην επιφάνεια του πλανήτη μας απελευθερώνουν τεράστια ποσά ενέργειας, τα οποία οφείλονται την κινητική τους ενέργεια, που είναι ανάλογη της μάζας τους και του τετραγώνου της ταχύτητάς τους.

Δεδομένου ότι οι ταχύτητες αυτές ανέρχονται τις περισσότερες φορές στα 10–20 km/s, ακόμη και ένας σχετικά μικρός αστεροειδής, λίγων μόνο μέτρων, συντρίβεται στην επιφάνεια της Γης με την ισχύ μιας ατομικής βόμβας. Έχει υπολογιστεί, για παράδειγμα, ότι η πρόσκρουση ενός αστεροειδούς με διάμετρο μερικών χιλιομέτρων απελευθερώνει σε δευτερόλεπτα περισσότερη ενέργεια απ’ όση απελευθερώνει ο πλανήτης μας μέσα από όλες τις ηφαιστειακές εκρήξεις, όλους τους σεισμούς, όλες τις τεκτονικές κινήσεις και όλη την έκλυση θερμότητας από το εσωτερικό του σε εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες χρόνια.

Το Ηλιακό Σύστημα εμπεριέχει εκατομμύρια περιπλανώμενα συντρίμμια, που περίσσεψαν απ’ τα πρώτα στάδια της εξέλιξής του, σε σταθερές ως επί το πλείστον τροχιές, όπως οι αστεροειδείς της Ζώνης των Αστεροειδών, που εκτείνεται στην περιοχή μεταξύ του Άρη και του Δία ή οι κομήτες μικρής και μεγάλης περιόδου.

Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι άλλοι αστεροειδείς, οι οποίοι βρίσκονται αιχμάλωτοι μέσα σε βαρυτικά σμήνη, που είτε προηγούνται είτε ακολουθούν τον Δία στην τροχιά του, ενώ υπάρχουν και αρκετοί ακόμα, που μαζί με κάποιους κομήτες βρίσκονται σε τροχιές σχετικά κοντά στην Γη και ονομάζονται NEO (από τα αρχικά της αγγλικής τους ονομασίας, Near Earth Objects).

Για να είμαστε πιο ακριβείς, τα NEO είναι είτε αστεροειδείς είτε κομήτες, που η βαρυτική τους αλληλεπίδραση με γειτονικούς πλανήτες τους «ώθησε» σε τροχιές, των οποίων το περιήλιο (δηλ. το πλησιέστερο σημείο της τροχιάς τους στον Ήλιο) βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 1,3 ΑΜ (1 Αστρονομική Μονάδα ισούται με την μέση απόσταση Γης-Ήλιου).

Μέχρι τον Μάιο του 2014 είχαν ανακαλυφθεί 11.107 ΝΕΟ, 860 εκ των οποίων είναι αστεροειδείς διαμέτρου 1 km ή μεγαλύτεροι.

Εάν, όμως, η τροχιά ενός τέτοιου ουράνιου σώματος μεταβληθεί έστω και ελάχιστα εξαιτίας της βαρυτικής «ώθησης» που θα δεχθεί από άλλα ουράνια σώματα, όπως τους γιγάντιους πλανήτες του Ηλιακού Συστήματος, είναι δυνατό να εισέλθει μελλοντικά σε πορεία σύγκρουσης με τη Γη.

Γι’ αυτό και η ανάγκη να καταγραφούν αυτά τα ουράνια σώματα είναι επιτακτική.

Για τον λόγο αυτό, οι μεγάλοι διαστημικοί οργανισμοί, όπως η NASA και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος ESA, ήδη υλοποιούν συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα, βασικός στόχος των οποίων είναι ο εντοπισμός όλων εκείνων των «επικίνδυνων» αστεροειδών ή/και κομητών και ο υπολογισμός της τροχιάς τους, προκειμένου να αποφανθούν οι επιστήμονες εάν όντως θα αποτελέσουν μελλοντικό κίνδυνο για τον πλανήτη μας.

Το πώς ακριβώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ένας τέτοιος κίνδυνος είναι άλλης τάξης ζήτημα. Περιληπτικά, ωστόσο, μπορούμε να πούμε ότι οι περισσότεροι επιστήμονες προκρίνουν σχετικά «ήπιες» μεθόδους, οι οποίες δεν βασίζονται τόσο στην βίαιη καταστροφή ενός επικίνδυνου αστεροειδούς, όσο στην τεχνητή μεταβολή της τροχιάς του σε βάθος χρόνου.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η αποστολή μιας διαστημοσυσκευής σε τροχιά γύρω από κάποιον αστεροειδή, που θα μεταβάλει σε βάθος χρόνου την τροχιά του, απλά και μόνο με την βαρυτική της έλξη, ο χρωματισμός της επιφάνειάς του με ειδική ανακλαστική ή απορροφητική μπογιά, προκειμένου να μεταβληθεί η πίεση της προσπίπτουσας ακτινοβολίας του Ήλιου ή ακόμη και η χρήση ειδικών κατόπτρων τα οποία, εστιάζοντας τις ακτίνες του Ήλιου πάνω στον αστεροειδή, θα ατμοποιήσουν ποσότητα από την ύλη του.

Φυσικά, προκειμένου να στεφθεί με επιτυχία η οποιαδήποτε προσπάθεια αναχαίτισης ενός αστεροειδούς, θα πρέπει το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τον εντοπισμό του μέχρι την προβλεπόμενη σύγκρουσή του με τον πλανήτη μας να είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος αντίδρασης.

Στην εικόνα που παραθέτουμε σήμερα διακρίνονται οι τροχιές όλων των «δυνητικά» επικίνδυνων αστεροειδών, που στις αρχές του 2013 υπολογίστηκαν σε περισσότερους από 1.400. Καθένας απ’ αυτούς έχει διάμετρο μεγαλύτερη των 140 m και θα διέλθει σε απόσταση μικρότερη των 7,5 εκατ. km από τη Γη. Κανένας τους, όμως, δεν πρόκειται να συντριβεί στον πλανήτη μας στα επόμενα 100 χρόνια (φωτογρ. NASA/JPL-Caltech).

π